Συνολικές προβολές σελίδας

14 Ιανουαρίου 2015

Αρχαία Ήλιδα 2













Το αρχαίο κράτος της Ήλιδας αναπτύχθηκε στην ΒΔ Πελοπόννησο, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της υπόλοιπης Ελλάδας και ο ρόλος του στα στρατιωτικά και πολιτικά δρώμενα υπήρξε περιορισμένος.
Παρέμεινε όμως στο προσκήνιο για μακρύ χρονικό διάστημα καθώς είχε αναλάβει την κηδεμονία του πανελλήνιου ιερού της Ολυμπίας και την άμεμπτη προετοιμασία και διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων.

Τα μέχρι σήμερα ανασκαφικά δεδομένα δείχνουν ότι η περιοχή της Ήλιδας κατοικούνταν, έστω και ως μικρός αγροτικός οικισμός, από την Πρωτοελλαδική εποχή (περ.2800-2000π.χ.). Κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους (περ. 1600-1100π.χ.) ήταν μια από τις τέσσερεις σημαντικότερες πολεις της περιοχής και οι κάτοικοί της, οι οποίοι αναφέρονται στην Ιλιάδα ως Επειοί, έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο με αρχηγό τον Πολύξενο.
Η πόλη της Ήλιδας ιδρύθηκε όταν ο Όξυλος, ο οποίος είχε έλθει από την Αιτωλία τον 12ο αι. π.χ. με την κάθοδο των Δωριέων, συνένωσε όλα τις διάσπαρτες πολιτείες. Η αρχαία παράδοση επιβεβαιώνεται σήμερα από τα πλούσια ευρήματα μυκηναϊκών, πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων (περ. 1100-700π.χ) που βρέθηκαν στην περιοχή.
Ο Όξυλος ίδρυσε του Ολυμπιακούς Αγώνες όταν ενσωμάτωσε το Ιερό της Ολυμπίας στο κράτος της Ήλιδας. Οι αγώνες αναδιοργανώθηκαν τον 8ο αι π.χ από τον απόγονό του βασιλιά Ίφιτο, ο οποίος σύναψε συνθήκη με τους βασιλιάδες Λυκούργο της Σπάρτης και Κλεισθένη της Πίσας.
Με αυτή την "ιερή εκεχειρία" όλη η περιοχή της Ήλιδας κηρύχθηκε ιερή, εξασφαλίζοντας έτσι την ειρήνη και την επιτυχία των αγώνων. Από το 776 π.χ., όταν τελέστηκε η πρώτη Ολυμπιάδα, οι Ηλείοι είχαν αναλάβει την επίβλεψη του Ιερού της Ολυμπίας, την οποία έχασαν το 668 π.χ από του Πισάτες, για να την επανακτήσουν με τη βοήθεια των Σπαρτιατών το 580 π.χ.

Στη συνέχεια και μέχρι περίπου τα τέλη του 5ου αι. π.χ. η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή. Κύριο μέλημα του κράτους δεν ήταν τόσο τα πολιτικά και άλλα θέματα του δημοσίου βίου, όσο η οργάνωση των Ολυμπιάδων. Οι αγώνες ήταν πεντετηρικοί, δηλαδή τελούνταν μετά το κλείσιμο μίας τετραετίας, πιθανότατα στα μέσα Ιουλίου. Οι αθλητές ήταν υποχρεωμένοι από τους κανονισμούς να έλθουν στην Ήλιδα για προπόνηση ένα μήνα πριν την έναρξη των αγώνων. Μαζί τους κατέφθαναν φίλοι και συγγενείς, με αποτέλεσμα να συρρέουν στην πόλη εκλεκτοί ξένοι από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα καθώς και πλούσιοι άποικοι της Μικράς Ασίας και του Πόντου, της μεγάλης Ελλάδας και της Αφρικής.

Η βαρύτητα την οποία απέδιδαν οι Ηλείοι στη διοργάνωση των Ολυμπιάδων αντανακλάται και στην εικόνα της αγοράς της πόλης. Ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αι, μ.χ), αναφερόμενος στην ηλειακή πρωτεύουσα, περιγράφει γυμνάσια, παλαίστρα, στοές, ναούς, ιερά και τεμένη, αλλά κανένα οικοδόμημα σχετικό με τον δημόσιο βίο. Τα κτήρια αυτά κοσμούσε πλήθος αγαλμάτων και γλυπτών από φημισμένους καλλιτέχνες της αρχαιότητας. Μεταξύ άλλων, αναφέρει το ναό της Αφροδίτης Ουρανίας με το χρυσελεφάντινο άγαλμά της, έργο του Φειδία, το υπαίθριο τέμενος της Αφροδίτης Πανδήμου, όπου υπήρχε ονομαστό χάλκινο άγαλμα της θεάς, έργο του Σκόπα, το ναό και το άγαλμα του Απόλλωνα Ακέσιου, το ναό των Χαρίτων με τα ακρόλιθα αγάλματά τους, το ναό του Σιληνού και το σύμπλεγμα του θεού με τη Μέθη.

Την περίοδο της μέγιστης ακμής του το ηλειακό κράτος αποτελούνταν από τέσσερις περιφέρειες: την Κοίλη Ήλιδα, δηλαδή την εύφορη πεδινή περιοχή στην οποία αναπτύχθηκε η πρωτεύουσα των Ηλείων, την Ακρώρεια, την Πισάτιδα και την Τριφυλία. Οι κάτοικοι ζούσαν σε ατμόσφαιρα ειρήνης, ευημερίας και ευνομίας.

Το πλούσιο έδαφος της περιοχής και το ήπιο κλίμα ευνόησαν την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Εξάλλου, οι ονομασίες Ήλιδα και Ηλείοι (αρχαιότερα F άλις και F αλείοι) δήλωναν την κοιλάδα και τους κατοίκους αντίστοιχα.

Τα τελευταία χρόνια οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει 120 οικισμούς ενώ οι επιφανειακές έρευνες έχουν εντοπίσει άλλες περίπου 200 θέσεις. Οι περισσότερα από αυτές πρέπει να ήταν μικρά χωριά ή απομονωμένες αγροικίες. Μόνο η πρωτεύουσα Ήλιδα αναπτύχθηκε σε μεγάλο αστικό κέντρο. Ιδίως μετά την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και τον δεύτερο συνοικισμό της (471 π.χ), ενισχύθηκε σημαντικά και αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες και πολυπληθέστερες πόλεις της Πελοποννήσου. Η πόλη καταλάμβανε την περιοχή μεταξύ των σημερινών χωριών Παλιόπολη (ή Νέα Ήλιδα) στα ΝΑ, Μπουχιώτη (ή Αυγείον) στα ΝΔ, και Καλύβια στα Δ. Η αρχαία ακρόπολη βρισκόταν στο λόφο του Αϊ Γιάννη.

Σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των κοινών της Ήλιδας έπαιξαν οι γυναίκες. Σύμφωνα με τον Παυσανία υπήρχε συμβούλιο δεκαέξι σοφών Ηλείων γυναικών, στις οποίες οφείλεται το έργο της συμφιλίωσης της Πίσας και της Ήλιδας, καθώς και ο Θεσμός της διοργάνωσης των Ηραίων. Επρόκειτο για πανελλήνιους αγώνες δρόμου κοριτσιών προς τιμής της θεάς Ήρας, οι οποίοι τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια, όπως και οι Ολυμπιακοί, αλλά σε διαφορετικές ημερομηνίες.
Από τα τέλη του 6ου αι. π.χ. η Ήλιδα είχε προβεί σε κοπή νομισμάτων, τα οποία κατά τους χρόνους της ακμής της συναγωνίζονταν σε καλλιτεχνία και ποικιλία εκτέλεσης εκείνα των άλλων ελληνικών πόλεων. Επίσης, λειτουργούσαν τοπικά εργαστήρια κεραμικής και χαλκοπλαστικής που παρήγαγαν έργα με έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Η ευδαιμονία του ηλειακού κράτους οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στη μακρόχρονη συμμαχία του με τη Σπάρτη, η οποία καταλύθηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.χ.). Τον 4ο αι. π.χ. φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της μελλούμενης παρακμής και των συμφορών για τους Ηλείους.
Το 191 π.χ προσχώρησαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, ενώ το 146 π.χ. υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους και αποτέλεσαν τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (27π.χ - 250 μ.χ) η πόλη επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο. Κτίσθηκαν βίλες και λουτρά, κτίρια ιδιαίτερα αγαπητά στους Ρωμαίους, μερικά μάλιστα επάνω στα θεμέλια κλασικών κτηρίων.

Στους ύστερους ρωμαϊκούς και του πρώιμους χριστιανικούς χρόνους (3ος - 5ος αι. μ.χ) η κατοίκηση περιορίστηκε μόνο σε ένα τμήμα της πόλης, ενώ σε άλλα τμήματα ιδρύθηκε ένα μεγάλο νεκροταφείο, ίσως μετά την καταστροφή από τους Έρουλους (267 μ.χ.). Ο μαρασμός επήλθε όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄ απαγόρευσε τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.χ. και η ζωή του Ιερού της Ολυμπίας σταμάτησε. Ο σεισμός που έπληξε τη χώρα τον 6ο αι μ.χ. σήμανε το οριστικό τέλος του ηλειακού κράτους.
Τον 19ο αι. περιηγητές εντόπισαν την πόλη της Ήλιδας, κατάρτισαν μάλιστα και τοπογραφικά σχέδια. Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από το Αυστριακό Αρχαιολογικό ινστιτούτο την περίοδο 1911 - 1914, με διευθυντή τον Otto Walter . Από το 1960 έως σήμερα η ανασκαφική έρευνα συνεχίζεται κατά περιόδους από την Αρχαιολογική εταιρεία. Οι σωστικές ανασκαφές, που διενεργεί ακόμη και σήμερα η Ζ΄ Εφορεία Προϊστορικών και κλασικών Αρχαιοτήτων, αποκάλυψαν ένα τμήμα της αρχαίας πόλης (1965 - 1970), με αφορμή τη διέλευση του αρδευτικού αγωγού του φράγματος του Πηνειού.

Τα κτήρια που αποκαλύφθηκαν ή εντοπίστηκαν και στη συνέχεια ταυτίστηκαν σύμφωνα με τις περιγραφές του Παυσανία, είναι τα εξής: Γυμνάσιο, που δεν έχει ανασκαφεί, αλλά φαίνεται ότι είχε παρόμοιες διαστάσεις με εκείνο της Ολυμπίας (μήκος περ. 200μ.), Λουτρά στα δυτικά της αγοράς, Τέμενος του Αχιλλέα, Ελλανοδικαιώνας, Στοά "προς μεσημβρίαν", "Κερκυραϊκή" στοά, που αποτελούσε το νότιο σύνορο της αγοράς, διάφορα μικρά ιερά, ένα τετράγωνο οικοδόμημα με εσωτερική περίστυλη αυλή, όπου οι δεκαέξι γυναίκες ύφαιναν τον πέπλο της Ήρας, ένα τμήμα του περιβόλου του τεμένους της Αφροδίτης, ένας ακόμη περίβολος ιερού, ναΐσκος και τεμένη, μεταξύ των οποίων και του Άδη και τέλος το Θέατρο, στα βόρεια της αγοράς.

Το θέατρο κτίστηκε τον 4ο αι. π.χ. και υπέστη μετασκευές στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια. Η λίθινη σκηνή με το προσκήνιο και τα παρασκήνια είναι από τα παλαιότερα της αρχαίας Ελλάδας. Οι θεατές δεν κάθονταν σε κερκίδες αλλά στα πρανή του κοίλου, όπως ακριβώς και στο στάδιο της Ολυμπίας. Η πρόσβαση γινόταν με έξι λίθινες κλίμακες που χώριζαν το κοίλο σε επτά κερκίδες. Ένα πλήρες αποχετευτικό δίκτυο εξασφάλιζε το θέατρο από τον κίνδυνο πλημμύρας. η λειτουργία του θεάτρου διακόπηκε στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια, όταν επήλθε και γενικότερος μαρασμός της πόλης, και στο χώρο του δημιουργήθηκε νεκροταφείο με συστάδες κιβωτιόσχημων και κεραμοσκεπών τάφων.

Πηγή:hellas.teipir.gr/.../arxaia_iliada.htm

























Αρχαία Ήλιδα















Αρχαία Ήλιδα

ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η Ήλιδα βρίσκεται στο μέσον της Ανατολικής κοιλάδας του Πηνειού ανάμεσα στα σημερινά χωριά Παλαιόπολη, Καλύβια, Αυγείο και το λόφο της Κολοσκοπής ή Παλαιόπυργο.
Κατά τον Στράβωνα:
...Ονομάζουν λοιπόν τώρα Ηλείαν την παραλιακή περιοχή που βρίσκεται μεταξύ των Αχαιών και Μεσσηνίων στο εσωτερικό δε φθάνει μέχρι τη Φολόη της Αρκαδίας...
...Η τωρινή πόλη Ήλις δεν είχε κτισθεί ακόμη την εποχή του Ομήρου, αλλά η χώρα κατοικείτο κατά χωρία. Ονομαζόταν δε Κοίλη Ήλις από την διαμόρφωση του εδάφους...
Το όνομα Ήλις ετυμολογείται από το δωρικό Fάλις (Άλις) προερχόμενο από τον τύπο ualnis - uallis, δηλαδή κοίλη χώρα

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η άποψη του Παυσανία για την ιστορία της Ήλιδας αναφέρει ως πρώτο βασιλιά της περιοχής τον Αέθλιο, γιό του Δία και της κόρης του Δευκαλίωνα. Ο γιος του Αέθλιου ο βασιλιάς Ενδυμίωνας άφησε το βασίλειό του στο γιό του Επειό , νικητή σε αγώνα δρόμου που είχε προκηρύξει μεταξύ των τριών γιων του για τη διαδοχή. Κατόπιν βασίλεψε ο γιος του Επειού Ηλείος από τον οποίο η χώρα ονομάσθηκε Ήλις και οι κάτοικοι Ηλείοι. Γιος του Ηλείου ήταν ο γνωστός για την αντιπαράθεσή του με τον Ηρακλή Αυγείας. Στη συνέχεια βασίλεψαν οι ομηρικοί ήρωες Αγασθένης, Αμφίμαχος, Θάλπιος, Διώρης και Πολύξενος και μετά ο γιος του Πολύξενου Αμφίμαχος και ο γιος του Αμφίμαχου Ηλείος επί του οποίου μπήκαν οι Δωριείς στην Πελοπόννησο.
Από τις ανασκαφές του Αυστριακού Ινστιτούτου κατά τα έτη 1910-1914 και από αυτές που πραγματοποίησε ο Νικόλαος Γιαλούρης το 1960, προκύπτει πως η Ήλιδα κατοικήθηκε από την Πρωτοελλαδική εποχή. Η πόλη βρισκόταν στην κορυφή της ακρόπολης και απλωνόταν βορειοδυτικά προς τον Πηνειό, στον χώρο όπου αργότερα τον 4ο αιώνα κτίσθηκε το θέατρο. Αποτελούσε κατά τους Μηκυναϊούς χρόνους μία από τις πέντε σπουδαιότερες πόλεις του βασιλείου των Επειών, με αξιόλογη συμμετοχή στον Τρωϊκό πόλεμο.
Η πρώτη οργάνωση της Ήλιδας σε πόλη - κράτος πιθανόν να έγινε λίγο μετά την κάθοδο των Δωριέων οι οποίοι παρέδωσαν την Ήλιδα στον Αιτωλό Όξυλο σε ανταμοιβή για την βοήθειά του να μπουν στην Πελοπόννησο. Αυτός ίδρυσε τον πρώτο συνοικισμό στην Ήλιδα. Στη συνέχεια και γύρω στον 11ο αιώνα η πόλη απλώνεται στην κοιλάδα του Πηνειού και στη συνέχεια υποτάσσει την Ακρώρεια και το δυτικό τμήμα της Πίσας με το ιερό της Ολυμπίας. Κατά τον Στράβωνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούν εύρημα της Ήλιδας η οποία διεξήγαγε τις πρώτες Ολυμπιάδες. Από τότε η Ήλιδα αποτελεί πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και ευημερεί. Τηρεί ουδετερότητα στις διαμάχες των Ελληνικών πόλεων. Ανακηρύσσεται "ιερή" και καθιερώνει την "εκεχειρία".
Στη συνέχεια οι Ολυμπιακοί Αγώνες αναδιοργανώνονται με τη γνωστή τους μορφή από τον Ίφιτο, απόγονο του Όξυλου με συμβατική ημερομηνία πρώτης Ολυμπιάδας το 776 π.Χ. και πρώτο Ολυμπιονίκη τον Ηλείο Κόροιβο. Εκατό χρόνια αργότερα οι Πίσα ανακτά την ανεξαρτησία της και αναλαμβάνει αυτή την οργάνωση και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων με την βοήθεια του Αργείου Φείδωνα. Έναν όμως αιώνα αργότερα η Ήλιδα με την βοήθεια της Σπάρτης ξαναπαίρνει την Πίσα και το ιερό της Ολυμπίας οριστικά. Η ζωή της χώρας κατευθύνεται από την Ήλιδα, ενώ στον δήμο εκλέγονται αξιωματούχοι από το σύνολο των ελεύθερων πολιτών της.
Την εγκατάλειψη της ουδετερότητάς της και την συμμετοχή της στον Πελοποννησιακό πόλεμο πλήρωσε ακριβά με εισβολές, λεηλασίες και μειώσεις των εδαφών της. Το 191 π.Χ. εντάσσεται στην Αχαϊκή συμπολιτεία καί τερματίζεται έτσι η ανεξαρτησία της.
Δεν παίρνει μέρος στους αγώνες των ελληνικών πόλεων κατά των Ρωμαίων, αφού το κυβερνόν τότε κόμμα στην Ηλεία ήταν φιλορωμαϊκό. Ως τμήμα της Ρωμαϊκής Επαρχίας από το 146 π.Χ. συνεχίζει να αναπτύσσεται κυρίως από την εντεινόμενη αγροτοποιμενική δραστηριότητά της.
Το 267 μ.Χ. λεηλατείται από τους Γότθους, ενώ στα βυζαντινά χρόνια υποφέρει, με εξαίρεση την εποχή του Ιουλιανού που την απαλλάσσει από την φορολογία. Το 393 μ.Χ. ο Θεοδόσιος ο Α΄ απαγορεύει την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 395 μ.Χ. λεηλατείται από τον Αλάρυχο ενώ το 425 μ.Χ. ο Θεοδόσιος ο Β΄ διατάζει την καταστροφή όλων των μνημείων του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Το 467 μ.Χ. λεηλατείται από τους Βανδάλους, ενώ το 522 μ.Χ. η καταστροφή της Ήλιδας συμπληρώνεται από μεγάλο σεισμό. Η παρακμή έχει επέλθει, ενώ το τελευταίο πετραδάκι της καταστροφής και εξαθλίωσης τοποθετούν τυχοδιώκτες Φράγκοι, οι οποίοι μετά το 1204 μ.Χ. κτίζουν στην ακρόπολη της Ήλιδας κάστρο με υλικά της κλασικής και της ελληνιστικής εποχής.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Η γεωγραφική θέση της Ήλιδας και η διαμόρφωση του εδάφους της επηρέασαν αποφασιστικά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης - κράτους. Το ήπιο κλίμα και το εύφορο έδαφος που ποτιζόταν από δύο ποταμούς, τον Πηνειό και τον Αλφειό, συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Τα σπουδαιότερα γεωργικά προϊόντα ήταν η βύσσος (είδος μεταξοβάμβακα), το λινάρι, τα δημητριακά, το κρασί, το λάδι, τα φρούτα και διάφορα θεραπευτικά φάρμακα. Οι κάτοικοι της Ήλιδας ασχολούνται ακόμα με την μεταλλουργία, τη χρυσοχοΐα, την αγγειοπλαστική, την υαλουργία, και την ναυπηγική. Δείγματα από προϊόντα αυτών των επαγγελμάτων βρίσκουμε σε πολλά αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, όπως όπλα, χρυσά κοσμήματα, χάλκινα σκεύη, και κεραμικά με ιδιαίτερη τεχνοτροπία. Ιδιαίτερα γνωστά ήταν η "ηλειακή" λήκυθος και οι περίφημοι οξυπύθμενοι αμφορείς. Ακόμη το επάγγελμα του μαγείρου ήταν από τα πιό αξιόλογα. Η μαγειρική των Ηλείων εθεωρείτο ως η πιο αξιόλογη ανάμεσα σ' όλες τις πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας. Στο σημείο αυτό αξίζει να θυμηθούμε ότι ο πρώτος Ολυμπιονίκης, ο Ηλείος Κόροιβος ήταν μάγειρας.
Η Ήλιδα υπήρξε ονομαστή στη νομισματοκοπία. Ιδιαίτερα τον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ. Έκοψε στατήρες αργυρούς, τριώβολα, δραχμές και οβολούς. Οι παραστάσεις των νομισμάτων διακρίνονταν για την ποικιλία των θεμάτων. Θεότητες όπως ο Δίας, ο αετός, το φίδι, ο λαγός, ο κεραυνός και η Νίκη ήταν από τα πιό προσφιλή θέματα.
Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ένα δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπισθεί ένα πλήθος ζητημάτων που αφορούσαν τους αθλητές, τη μετακίνηση και διαμονή πολλών χιλιάδων εκπροσώπων πόλεων, καθώς και την προετοιμασία των αγωνιστικών χώρων και του ιερού της Ολυμπίας. Με την εκεχειρία, απαγορευόταν η είσοδος σε οποιονδήποτε ένοπλο στο έδαφος της Ήλιδας και η ίδια η πόλη μετατρεπόταν σε έναν τεράστιο χώρο υποδοχής αθλητών και συνοδών τους. Τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων οι αθλητές τον περνούσαν στο παλαιό γυμναστήριο της Ήλιδας όπου με την αυστηρή εποπτεία των Ελλανοδικών διδάσκονταν τους κανόνες του τίμιου αγώνα. Λέγεται μάλιστα ότι στην Ήλιδα γινόταν ένα είδος προκριματικών Αγώνων ώστε στη Ολυμπία να πάνε μόνο οι άριστοι. Όταν ολοκληρωνόταν το προκαταρκτικό αυτό στάδιο, Ελλανοδίκες και αθλητές έπαιρναν την Ιερά Οδό που οδηγούσε στην Ολυμπία. Ο δρόμος αυτός είχε μήκος 57.500 μέτρα και περνούσε από τις περιοχές της σημερινής Αμαλιάδας, Μυρτιάς και Προφήτη Ηλία, προχωρούσε προς το Σκουροχώρι και περνώντας έξω από τον Πύργο ακολουθούσε την αριστερή όχθη του Αλφειού κι έφθανε στην Ολυμπία.
Σε αντίθεση με την πόλη κράτος της Αθήνας, η θέση της γυναίκας στην Ήλιδα ήταν πολύ σημαντική. Λέγεται ότι οι γυναίκες συνετέλεσαν στην ιστορική συμφιλίωση Ηλείων - Πισαίων. Σ΄αυτές ανέθεσαν αργότερα την οργάνωση των Ηραίων που ήταν πανελλήνιοι αγώνες γυναικών προς τιμήν της Ήρας και γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Ολυμπία. Στους αγώνες αυτούς απαγορευόταν η παρουσία ανδρών.

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ

Η συμβολή της Ήλιδας στη φιλοσοφία ήταν σημαντική, με κυριότερους εκπροσώπους τον ιδρυτή του σκεπτικισμού Πύρρωνα, τον μαθητή του Σωκράτη Φαίδωνα, τον σοφιστή και ειδικό στα ζητήματα αισθητικής Ιππία, τον φιλόσοφο της Μεγαρικής Σχολής Αλεξίνο και τον μαθητή του Πλάτωνα Φορμίωνα.
Το γεγονός ότι η Ήλιδα ήταν διάσπαρτη από αγάλματα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γλυπτική αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό. Ανάμεσα στους σημαντικότερους γλύπτες ξεχωρίζουν ο Κολώτης, συνεργάτης του Φειδία και κατασκευαστής του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς στην ακρόπολη της Ήλιδας, ο Λίβων, αρχιτέκτων του ναού του Δία στην Ολυμπία και ο Κάλλων, γνωστός σε όλο τον τότε ελλαδικό χώρο.
Τα κυριότερα κτίρια της Αρχαίας Ήλιδας ήταν:
· Το Γυμνάσιο, όπου οι αθλητές έκαναν προπόνηση πριν πάνε στην Ολυμπία
· Ο Δρόμος της Σιωπής που ένωνε τα λουτρά με το Γυμνάσιο και περνούσε κοντά στο ιερό της Αρτέμιδος Φιλομείρακας
· Η Αγορά και ο Ελλανοδικαιώνας που ήταν η έδρα των Ελλανιδικών
· Το μνημείο του Πύρρωνα
· Το Ιερό του Άδη
· Το ιερό της Τύχης
· Το Θέατρο, όπου οι θεατές καθισμένοι έβλεπαν προς τον Πηνειό. Καταστράφηκε πιθανόν το 267 μ.Χ.
· Το Ιερό του Διονύσου
· Το Ιερό της Αθηνάς στην ακρόπολη με το χρυσελεφάντινο άγαλμα

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η αξιοποίηση της Ήλιδας αποτελεί αναγκαιότητα εθνικής σημασίας. Πέραν της οικονομικής ανάπτυξης που μπορεί να φέρει στην περιοχή, θα μπορούσε άριστα ο επισκέπτης να συνδυάσει την επίσκεψή του τόσο στον χώρο διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων όσο και στον χώρο πραγματοποίησής τους, αποκτώντας έτσι μια πλήρη εικόνα της τότε πραγματικότητας.
Δυστυχώς όμως δεν έχουν διατεθεί τα απαιτούμενα κονδύλια τόσο για την επανέναρξη των ανασκαφών, όσο και για την αναστήλωση του αρχαίου θεάτρου και την δημιουργία σύγχρονου μουσείου, με αποτέλεσμα η Αρχαία Ήλιδα, η διοργανώτρια πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων, να παραμένει σχεδόν άγνωστη σε πολλούς Έλληνες.
Μόνη φωτεινή εξαίρεση αποτελεί η πρωτοβουλία της "Εταιρείας Φίλων Αρχαίας Ήλιδας", η οποία με μία σειρά πολιτιστικών εκδηλώσεων κατόρθωσε να ξαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα της Αρχαίας Ήλιδας και να καθιερώσει το Φεστιβάλ Αρχαίας Ήλιδας ως το κατ' εξοχήν πολιτιστικό γεγονός της Δυτικής Πελοποννήσου με ευρεία ανταπόκριση. Το νεκρό θέατρο της Αρχαίας Ήλιδας ξαναζωντανεύει κάθε χρόνο για να θυμίζει σε αυτιά που δεν θέλουν να ακούνε ότι στον χώρο αυτόν κάποτε έλαμψε το Ολυμπιακό ιδεώδες και άφησε έντονα σημάδια η πολιτιστική ανωτερότητα των κατοίκων της πόλης αυτής.

Πηγή:Αρχαία Ήλιδα
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Η Ήλιδα βρίσκεται στο μέσον της Ανατολικής κοιλάδας του Πηνειού ανάμεσα στα σημερινά χωριά Παλαιόπολη, Καλύβια, Αυγείο και το λόφο της Κολοσκοπής ή Παλαιόπυργο.
Κατά τον Στράβωνα:
...Ονομάζουν λοιπόν τώρα Ηλείαν την παραλιακή περιοχή που βρίσκεται μεταξύ των Αχαιών και Μεσσηνίων στο εσωτερικό δε φθάνει μέχρι τη Φολόη της Αρκαδίας...
...Η τωρινή πόλη Ήλις δεν είχε κτισθεί ακόμη την εποχή του Ομήρου, αλλά η χώρα κατοικείτο κατά χωρία. Ονομαζόταν δε Κοίλη Ήλις από την διαμόρφωση του εδάφους...
Το όνομα Ήλις ετυμολογείται από το δωρικό Fάλις (Άλις) προερχόμενο από τον τύπο ualnis - uallis, δηλαδή κοίλη χώρα

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Η άποψη του Παυσανία για την ιστορία της Ήλιδας αναφέρει ως πρώτο βασιλιά της περιοχής τον Αέθλιο, γιό του Δία και της κόρης του Δευκαλίωνα. Ο γιος του Αέθλιου ο βασιλιάς Ενδυμίωνας άφησε το βασίλειό του στο γιό του Επειό , νικητή σε αγώνα δρόμου που είχε προκηρύξει μεταξύ των τριών γιων του για τη διαδοχή. Κατόπιν βασίλεψε ο γιος του Επειού Ηλείος από τον οποίο η χώρα ονομάσθηκε Ήλις και οι κάτοικοι Ηλείοι. Γιος του Ηλείου ήταν ο γνωστός για την αντιπαράθεσή του με τον Ηρακλή Αυγείας. Στη συνέχεια βασίλεψαν οι ομηρικοί ήρωες Αγασθένης, Αμφίμαχος, Θάλπιος, Διώρης και Πολύξενος και μετά ο γιος του Πολύξενου Αμφίμαχος και ο γιος του Αμφίμαχου Ηλείος επί του οποίου μπήκαν οι Δωριείς στην Πελοπόννησο.
Από τις ανασκαφές του Αυστριακού Ινστιτούτου κατά τα έτη 1910-1914 και από αυτές που πραγματοποίησε ο Νικόλαος Γιαλούρης το 1960, προκύπτει πως η Ήλιδα κατοικήθηκε από την Πρωτοελλαδική εποχή. Η πόλη βρισκόταν στην κορυφή της ακρόπολης και απλωνόταν βορειοδυτικά προς τον Πηνειό, στον χώρο όπου αργότερα τον 4ο αιώνα κτίσθηκε το θέατρο. Αποτελούσε κατά τους Μηκυναϊούς χρόνους μία από τις πέντε σπουδαιότερες πόλεις του βασιλείου των Επειών, με αξιόλογη συμμετοχή στον Τρωϊκό πόλεμο.
Η πρώτη οργάνωση της Ήλιδας σε πόλη - κράτος πιθανόν να έγινε λίγο μετά την κάθοδο των Δωριέων οι οποίοι παρέδωσαν την Ήλιδα στον Αιτωλό Όξυλο σε ανταμοιβή για την βοήθειά του να μπουν στην Πελοπόννησο. Αυτός ίδρυσε τον πρώτο συνοικισμό στην Ήλιδα. Στη συνέχεια και γύρω στον 11ο αιώνα η πόλη απλώνεται στην κοιλάδα του Πηνειού και στη συνέχεια υποτάσσει την Ακρώρεια και το δυτικό τμήμα της Πίσας με το ιερό της Ολυμπίας. Κατά τον Στράβωνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες αποτελούν εύρημα της Ήλιδας η οποία διεξήγαγε τις πρώτες Ολυμπιάδες. Από τότε η Ήλιδα αποτελεί πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο της περιοχής και ευημερεί. Τηρεί ουδετερότητα στις διαμάχες των Ελληνικών πόλεων. Ανακηρύσσεται "ιερή" και καθιερώνει την "εκεχειρία".
Στη συνέχεια οι Ολυμπιακοί Αγώνες αναδιοργανώνονται με τη γνωστή τους μορφή από τον Ίφιτο, απόγονο του Όξυλου με συμβατική ημερομηνία πρώτης Ολυμπιάδας το 776 π.Χ. και πρώτο Ολυμπιονίκη τον Ηλείο Κόροιβο. Εκατό χρόνια αργότερα οι Πίσα ανακτά την ανεξαρτησία της και αναλαμβάνει αυτή την οργάνωση και διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων με την βοήθεια του Αργείου Φείδωνα. Έναν όμως αιώνα αργότερα η Ήλιδα με την βοήθεια της Σπάρτης ξαναπαίρνει την Πίσα και το ιερό της Ολυμπίας οριστικά. Η ζωή της χώρας κατευθύνεται από την Ήλιδα, ενώ στον δήμο εκλέγονται αξιωματούχοι από το σύνολο των ελεύθερων πολιτών της.
Την εγκατάλειψη της ουδετερότητάς της και την συμμετοχή της στον Πελοποννησιακό πόλεμο πλήρωσε ακριβά με εισβολές, λεηλασίες και μειώσεις των εδαφών της. Το 191 π.Χ. εντάσσεται στην Αχαϊκή συμπολιτεία καί τερματίζεται έτσι η ανεξαρτησία της.
Δεν παίρνει μέρος στους αγώνες των ελληνικών πόλεων κατά των Ρωμαίων, αφού το κυβερνόν τότε κόμμα στην Ηλεία ήταν φιλορωμαϊκό. Ως τμήμα της Ρωμαϊκής Επαρχίας από το 146 π.Χ. συνεχίζει να αναπτύσσεται κυρίως από την εντεινόμενη αγροτοποιμενική δραστηριότητά της.
Το 267 μ.Χ. λεηλατείται από τους Γότθους, ενώ στα βυζαντινά χρόνια υποφέρει, με εξαίρεση την εποχή του Ιουλιανού που την απαλλάσσει από την φορολογία. Το 393 μ.Χ. ο Θεοδόσιος ο Α΄ απαγορεύει την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων. Το 395 μ.Χ. λεηλατείται από τον Αλάρυχο ενώ το 425 μ.Χ. ο Θεοδόσιος ο Β΄ διατάζει την καταστροφή όλων των μνημείων του Αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού. Το 467 μ.Χ. λεηλατείται από τους Βανδάλους, ενώ το 522 μ.Χ. η καταστροφή της Ήλιδας συμπληρώνεται από μεγάλο σεισμό. Η παρακμή έχει επέλθει, ενώ το τελευταίο πετραδάκι της καταστροφής και εξαθλίωσης τοποθετούν τυχοδιώκτες Φράγκοι, οι οποίοι μετά το 1204 μ.Χ. κτίζουν στην ακρόπολη της Ήλιδας κάστρο με υλικά της κλασικής και της ελληνιστικής εποχής.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΖΩΗ

Η γεωγραφική θέση της Ήλιδας και η διαμόρφωση του εδάφους της επηρέασαν αποφασιστικά στην οικονομική και κοινωνική ζωή της πόλης - κράτους. Το ήπιο κλίμα και το εύφορο έδαφος που ποτιζόταν από δύο ποταμούς, τον Πηνειό και τον Αλφειό, συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Τα σπουδαιότερα γεωργικά προϊόντα ήταν η βύσσος (είδος μεταξοβάμβακα), το λινάρι, τα δημητριακά, το κρασί, το λάδι, τα φρούτα και διάφορα θεραπευτικά φάρμακα. Οι κάτοικοι της Ήλιδας ασχολούνται ακόμα με την μεταλλουργία, τη χρυσοχοΐα, την αγγειοπλαστική, την υαλουργία, και την ναυπηγική. Δείγματα από προϊόντα αυτών των επαγγελμάτων βρίσκουμε σε πολλά αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, όπως όπλα, χρυσά κοσμήματα, χάλκινα σκεύη, και κεραμικά με ιδιαίτερη τεχνοτροπία. Ιδιαίτερα γνωστά ήταν η "ηλειακή" λήκυθος και οι περίφημοι οξυπύθμενοι αμφορείς. Ακόμη το επάγγελμα του μαγείρου ήταν από τα πιό αξιόλογα. Η μαγειρική των Ηλείων εθεωρείτο ως η πιο αξιόλογη ανάμεσα σ' όλες τις πόλεις της Αρχαίας Ελλάδας. Στο σημείο αυτό αξίζει να θυμηθούμε ότι ο πρώτος Ολυμπιονίκης, ο Ηλείος Κόροιβος ήταν μάγειρας.
Η Ήλιδα υπήρξε ονομαστή στη νομισματοκοπία. Ιδιαίτερα τον 5ο και τον 4ο αιώνα π.Χ. Έκοψε στατήρες αργυρούς, τριώβολα, δραχμές και οβολούς. Οι παραστάσεις των νομισμάτων διακρίνονταν για την ποικιλία των θεμάτων. Θεότητες όπως ο Δίας, ο αετός, το φίδι, ο λαγός, ο κεραυνός και η Νίκη ήταν από τα πιό προσφιλή θέματα.
Η διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν ένα δύσκολο έργο, καθώς έπρεπε να αντιμετωπισθεί ένα πλήθος ζητημάτων που αφορούσαν τους αθλητές, τη μετακίνηση και διαμονή πολλών χιλιάδων εκπροσώπων πόλεων, καθώς και την προετοιμασία των αγωνιστικών χώρων και του ιερού της Ολυμπίας. Με την εκεχειρία, απαγορευόταν η είσοδος σε οποιονδήποτε ένοπλο στο έδαφος της Ήλιδας και η ίδια η πόλη μετατρεπόταν σε έναν τεράστιο χώρο υποδοχής αθλητών και συνοδών τους. Τον τελευταίο μήνα πριν από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων οι αθλητές τον περνούσαν στο παλαιό γυμναστήριο της Ήλιδας όπου με την αυστηρή εποπτεία των Ελλανοδικών διδάσκονταν τους κανόνες του τίμιου αγώνα. Λέγεται μάλιστα ότι στην Ήλιδα γινόταν ένα είδος προκριματικών Αγώνων ώστε στη Ολυμπία να πάνε μόνο οι άριστοι. Όταν ολοκληρωνόταν το προκαταρκτικό αυτό στάδιο, Ελλανοδίκες και αθλητές έπαιρναν την Ιερά Οδό που οδηγούσε στην Ολυμπία. Ο δρόμος αυτός είχε μήκος 57.500 μέτρα και περνούσε από τις περιοχές της σημερινής Αμαλιάδας, Μυρτιάς και Προφήτη Ηλία, προχωρούσε προς το Σκουροχώρι και περνώντας έξω από τον Πύργο ακολουθούσε την αριστερή όχθη του Αλφειού κι έφθανε στην Ολυμπία.
Σε αντίθεση με την πόλη κράτος της Αθήνας, η θέση της γυναίκας στην Ήλιδα ήταν πολύ σημαντική. Λέγεται ότι οι γυναίκες συνετέλεσαν στην ιστορική συμφιλίωση Ηλείων - Πισαίων. Σ΄αυτές ανέθεσαν αργότερα την οργάνωση των Ηραίων που ήταν πανελλήνιοι αγώνες γυναικών προς τιμήν της Ήρας και γίνονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Ολυμπία. Στους αγώνες αυτούς απαγορευόταν η παρουσία ανδρών.

ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ

Η συμβολή της Ήλιδας στη φιλοσοφία ήταν σημαντική, με κυριότερους εκπροσώπους τον ιδρυτή του σκεπτικισμού Πύρρωνα, τον μαθητή του Σωκράτη Φαίδωνα, τον σοφιστή και ειδικό στα ζητήματα αισθητικής Ιππία, τον φιλόσοφο της Μεγαρικής Σχολής Αλεξίνο και τον μαθητή του Πλάτωνα Φορμίωνα.
Το γεγονός ότι η Ήλιδα ήταν διάσπαρτη από αγάλματα μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η γλυπτική αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό. Ανάμεσα στους σημαντικότερους γλύπτες ξεχωρίζουν ο Κολώτης, συνεργάτης του Φειδία και κατασκευαστής του χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς στην ακρόπολη της Ήλιδας, ο Λίβων, αρχιτέκτων του ναού του Δία στην Ολυμπία και ο Κάλλων, γνωστός σε όλο τον τότε ελλαδικό χώρο.
Τα κυριότερα κτίρια της Αρχαίας Ήλιδας ήταν:
· Το Γυμνάσιο, όπου οι αθλητές έκαναν προπόνηση πριν πάνε στην Ολυμπία
· Ο Δρόμος της Σιωπής που ένωνε τα λουτρά με το Γυμνάσιο και περνούσε κοντά στο ιερό της Αρτέμιδος Φιλομείρακας
· Η Αγορά και ο Ελλανοδικαιώνας που ήταν η έδρα των Ελλανιδικών
· Το μνημείο του Πύρρωνα
· Το Ιερό του Άδη
· Το ιερό της Τύχης
· Το Θέατρο, όπου οι θεατές καθισμένοι έβλεπαν προς τον Πηνειό. Καταστράφηκε πιθανόν το 267 μ.Χ.
· Το Ιερό του Διονύσου
· Το Ιερό της Αθηνάς στην ακρόπολη με το χρυσελεφάντινο άγαλμα

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η αξιοποίηση της Ήλιδας αποτελεί αναγκαιότητα εθνικής σημασίας. Πέραν της οικονομικής ανάπτυξης που μπορεί να φέρει στην περιοχή, θα μπορούσε άριστα ο επισκέπτης να συνδυάσει την επίσκεψή του τόσο στον χώρο διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων όσο και στον χώρο πραγματοποίησής τους, αποκτώντας έτσι μια πλήρη εικόνα της τότε πραγματικότητας.
Δυστυχώς όμως δεν έχουν διατεθεί τα απαιτούμενα κονδύλια τόσο για την επανέναρξη των ανασκαφών, όσο και για την αναστήλωση του αρχαίου θεάτρου και την δημιουργία σύγχρονου μουσείου, με αποτέλεσμα η Αρχαία Ήλιδα, η διοργανώτρια πόλη των Ολυμπιακών Αγώνων, να παραμένει σχεδόν άγνωστη σε πολλούς Έλληνες.
Μόνη φωτεινή εξαίρεση αποτελεί η πρωτοβουλία της "Εταιρείας Φίλων Αρχαίας Ήλιδας", η οποία με μία σειρά πολιτιστικών εκδηλώσεων κατόρθωσε να ξαναφέρει στο προσκήνιο το θέμα της Αρχαίας Ήλιδας και να καθιερώσει το Φεστιβάλ Αρχαίας Ήλιδας ως το κατ' εξοχήν πολιτιστικό γεγονός της Δυτικής Πελοποννήσου με ευρεία ανταπόκριση. Το νεκρό θέατρο της Αρχαίας Ήλιδας ξαναζωντανεύει κάθε χρόνο για να θυμίζει σε αυτιά που δεν θέλουν να ακούνε ότι στον χώρο αυτόν κάποτε έλαμψε το Ολυμπιακό ιδεώδες και άφησε έντονα σημάδια η πολιτιστική ανωτερότητα των κατοίκων της πόλης αυτής

Πηγή:scouts-helea.tripod.com/ilis.html

Αρχαιολογικός χώρος Νεμέας























Αρχαία Γόρτυς



Ο Αρχαιολογικός Χώρος

Ο αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Γόρτυνος βρίσκεται στη δεξιά όχθη του ποταμού Λούσιου, σε μαγευτική τοποθεσία, στην έξοδο του φαραγγιού του. Είναι οδικά προσιτός από τα χωριά Ελληνικό (6 χιλ.) και Ατσίχoλος (4 χιλ.), όπως και από τη Μονή Προδρόμου.

Η Αρχαία Γόρτυς υπήρξε μια σημαντική αρκαδική πόλη κατά την αρχαιότητα. Ακόμα και σήμερα τα ερείπιά της συνεχίζουν να έλκoυν τo ενδιαφέρoν και τo θαυμασμό του επισκέπτη, σε συνδυασμό με τη φυσική ομορφιά και γαλήνη του τοπίου. Σύμφωνα με τη μυθολογία την έκτισε ο Γόρτυς, γιος τoυ Στυμφήλoυ και δισέγγονος του βασιλιά Αρκάδα. Από τον ιδρυτή της πήραν τo όνoμά τoυς η πόλη και o Λoύσιoς πoταμός, ο οποίος από την αρχαία Γόρτυνα μέχρι τη συμβολή του στoν Αλφειό oνoμάζεται Γoρτύνιoς πoταμός. Η πόλη είχε ιερό του Ασκληπιείο, μεγάλα ιαματικά λουτρά - και τα δύο φημισμένα σε όλη τη Πελοπόννησο - δύο ισχυρές οχυρωματικές περιβόλους (ακροπόλεις), άλλα ιερά και δημόσια κτίρια. Η λουτροθεραπεία ήταν και εδώ άμεσα συνδεδεμένη με την λατρεία του Ασκληπιού.

Σημαντική πηγή πληροφοριών για την αρχαία πόλη, αποτελεί η περιγραφή του περιηγητή Παυσανία πoυ την επισκέφτηκε περίπoυ τo 174 μ.Χ., την oπoία και κατέγραψε στα «Αρκαδικά». Ο Παυσανίας βρήκε τότε την πόλη ως κώμη. Από την πόλη περνούσε ο αρχαίος δρόμος Ολυμπίας - Μεγαλoπόλεως - Μυκηνών - Iσθμoύ - Αθηνών που οδηγούσε στην αρχαία Ολυμπία. Από εδώ περνούσαν και οι Σπαρτιάτες αθλητές που κατευθύνοντο στην Ολυμπία για τους Ολυμπιακούς αγώνες.

Η αρχαία Γόρτυς ανεσκάφη από τη Γαλλική Αρχαιoλoγική Σχoλή τα έτη 1940-1943, 1947-1948, και 1951-1956. Οι ανασκαφές απεκάλυψαν δύo αμυντικές οχυρωματικές περιβόλους,, δύo σημαντικά Ασκληπεία, δύo περίπτερoυς ναoύς, και εξελιγμένες για την εποχή λoυτρικές και ιαματικές εγκαταστάσεις του 4ου-3ου αι. π.Χ. Η αρχαία πόλη ήταν χτισμένη ακριβώς δίπλα από το Λούσιο, σε υψόμετρo πoυ ξεκινάει από 340 μ., και στο χώρο της περιελάμβανε τo ναό τoυ Ασκληπιoύ και τα ιαματικά λoυτρά (4 χλμ. βορειοανατολικά του Ατσιχώλου). Οι ακρoπόλεις της (του 4ου π.Χ. αι.) είχαν μεγάλη και ισχυρή περιτείχιση και βρισκόντουσαν η μια κοντά στην άλλη, σε υψόμετρο που φτάνει τα 480 μ., νότια τoυ ναoύ τoυ Ασκληπιoύ και των ιαματικών λoυτρών (2.5 χλμ. βορειοανατολικά του Ατσιχόλου). Η κυριότερη είχε μήκoς 425 μ. περίπoυ και πλάτoς 100-160 μ., και τρεις πύλες.

Σώζονται ερείπια του ναού του Ασκληπιού, των εγκαταστάσεων των λουτρών και στοάς και από τη μια ακρόπολη 4-6 σειρές λίθων και τμήματα πύργων. Στον ανασκαμμένο χώρο των λουτρών διακρίνονται καθαρά, η κεντρική αίθουσα των λουτρών με τις τρεις αψίδες και δυτικά και νότια οι βοηθητικοί χώροι. Επίσης μέσα και έξω από τους οχυρωματκούς περιβάλους υπάρχουν λείψανα δημόσιων οικοδομημάτων, ιερών και κατοικιών. Εύκολη είναι η πρόσβαση μόνο για το Ασκληπιείο.

Τα αρχαιoλoγικά ευρήματα από την περιοχή χρoνoλoγούνται από τα Γεωμετρικά χρόνια μέχρι και τη Βυζαντινή περίοδο και καταδεικνύουν μια σημαντική πoλιτιστική δραστηριότητα σε μια μεγάλη χρoνική περίοδο, κύρια όμως στην Κλασική και στην Ελληνιστική εποχή. Η σημαντικότερη περίοδος της ακμής της αρχαίας πόλης εντοπίζεται στον 4ο π.Χ. αιώνα. Επίσης οι ανασκαφές έδειξαν ότι η πόλη καταστράφηκε τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

Δίπλα από τον αρχαιολογικό χώρο περνά ο δρόμος Ελληνικού-Ατσιχόλου. Στη θέση του ποταμού υπάρχει το παλιό μονότοξο πέτρινο γεφύρι του Πολυγένη και πολύ κοντά η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Ανδρέα Γόρτυνος και ο παλιός νερόμυλος του Κόκορη. Σε μικρή απόσταση στο δρόμο για τον Ατσίχoλο, αρχίζουν τα αναπλασμένα μονοπάτια του φαραγγιού του Λούσιου, που αποτελούν ιδεώδεις πεζοπορικές διαδρομές. Στο σημείο αυτό υπάρχει σχετική σήμανση με πινακίδες. Η Αρχαία Γόρτυνα αποτελεί την πλέον συνήθη κατάληξη ή αφετηρία των περισσότερων πεζοπορικών διαδρομών στον Λούσιο.


Ιστορικά Στοιχεία

Μέχρι σήμερα, δεν έχει καταστεί δυνατό να πρoσδιoριστoύν οι χρoνoλoγίες ίδρυσης, ακμής και παρακμής της Γόρτυνος. Αυτό οφείλεται αφ' ενός στις ελάχιστες γραπτές μαρτυρίες και αναφoρές της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, αλλά και στα λιγoστά αρχαιoλoγικά ευρήματα των ανασκαφών. Ως εκ τούτου oι απόψεις των ερευνητών πάνω στο θέμα αυτό διίστανται. Πάντως τα υπάρχοντα στοιχεία δείχνουν ότι πρόκειται για αρχαιότατη πόλη με μακραίωνη και σημαντική πoρεία στην αρχαιότητα. Η ίδρυσή της θα πρέπει να αναζητηθεί σε ένα μεγάλo χρoνικό φάσμα εκτεινόμενο από την Υστερoελλαδική Επoχή (1600-1100 π.Χ.), οπότε ήκμασε o Μυκηναϊκός Πoλιτισμός, μέχρι και τoυς Γεωμετρικoύς Χρόνoυς (11oς-8oς αι.π.Χ.). Η ακμή της, τοποθετείται στην Αρχαϊκή Περίoδo (8oς-αρχές 5oυ αι. π.Χ.), στην Κλασική Επoχή (478-323 π.Χ.), μέχρι και στην Ελληνιστική Επoχή (323 π.Χ.- 30 μ.Χ.).

Η ιστορική εξέλιξη της πόλης, είναι συνυφασμένη με την ιστoρία της ευρύτερης περιoχής της η οποία περιλαμβάνει κρίσιμες φάσεις και ανακατατάξεις όπως η συμμετoχή των αρχαίων Αρκαδικών πόλεων της περιoχής της σημερινής Γoρτυνίας στoν Τρωικό πόλεμo (με αρχηγό τον βασιλέα Όρτυνo ή Τεύθι), η εξάπλωση των Δωριαίων στην Πελoπόννησo (11oς-10oς αι.π.Χ.), ο πρώτος και δεύτερος απoικισμός (11oς-8oς & 8ος-6ος αι. π.Χ.) πoυ υπoχρέωσε τoυς Αρκάδες να μεταναστεύσουν σε μακρινές περιοχές, η ίδρυση της Μεγαλόπoλης (368 π.Χ.), η Ρωμαϊκή κατάκτηση, και τέλoς τα γεγονότα της βυζαντινής περιόδου.

Σύμφωνα με αρκετούς ερευνητές πάντως, η Γόρτυς ιδρύθηκε στo δεύτερo ήμισυ της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Αυτό μάλιστα προκύπτει από το συσχετισμό της με την αρχαία Γόρτυνα της Κρήτης (νοτιοδυτικά της πόλης του Ηρακλείου, στην πεδιάδα της Μεσαράς). Η πόλη αυτή φέρεται ότι ιδρύθηκε από κατοίκους της πρώτης σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες. Ο Όμηρoς (8oς αι. π.Χ.) αναφέρει ότι η Γόρτυνα της Κρήτης ήταν μια περιτειχισμένη πόλη, («...Γόρτυνά τε τειχιόεσσαν...», Iλιάδα Β 646), ενώ αργότερα o Πλάτων (428/7-347 π.Χ.) αναφέρει ότι η Γόρτυνα της Κρήτης είναι απoικία της Πελoπoννησιακής («...εκ Γόρτυνος γάρ τυγχάνει απωκηκός ταύτης της Πελοποννησιακής...», Νόμoι 708α). Στο γεγονός αυτό συναινούν και τα σημαντικά αρχαιoλoγικά ευρήματα της Γόρτυνoς Κρήτης, ειδικότερα λείψανα αρχαίων τειχών, τα oπoία χρoνoλoγήθηκαν στις αρχές της πρώτης χιλιετίας.

Μεγάλη ακμή θα πρέπει να γνώρισε η πόλη στην Κλασική και στην Ελληνιστική περίοδο. Ο ναός τoυ Ασκληπιoύ ήταν περίλαμπρoς και φημισμένoς, όπως και τα ιαματικά λουτρά. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στην πόλη υπήρχε ναός τoυ Ασκληπιoύ που τον στόλιζαν λατρευτικά αγάλματα τoυ Ασκληπιoύ και της Υγείας, κατασκευασμένα από πεντελικό μάρμαρo, έργα τoυ Παριανoύ γλύπτη Σκόπα. Αναφέρει επίσης ότι όταν κατέβηκε ο Μ. Αλέξανδρος (356-323 π.Χ.) στην Πελοπόννησο, πέρασε από την Γόρτυνα για να προσκυνήσει, αφιερώνοντας την πανοπλία και το δόρυ του στο ναό. Μάλιστα επί των ημερών τoυ σωζόταν o θώρακας και η αιχμή τoυ δόρατoς. Γενικά, οι μαρτυρίες και η αρχαιολογική έρευνα συναινούν ότι στα χρόνια της ακμής της, η αρχαία Γόρτυς θα πρέπει να ήταν μια ιδιαίτερα σημαντική και ζωντανή πόλη, με έντονη συμμετοχή στα αρκαδικά πράγματα.

Το 368 π.Χ., έτος ίδρυσης της Μεγάλης Πόλεως, αποτέλεσε κρίσιμη καμπή για την ιστορική πορεία της Γόρτυνος, αφού όπως και οι γειτoνικές πόλεις, αναγκάστηκε και αυτή να συνoικιστεί μαζί της, χάνοντας την αυτοτέλειά της και ένα σημαντικό μέρoς τoυ πληθυσμού της. Έτσι, όταν την επισκέφθηκε o Παυσανίας, ήταν πλέον παρηκμασμένη κώμη και ανήκε στη Μεγαλόπoλη. Πάντως έστω και σε παρακμή, η πόλη εξακολουθούσε να ζει όλο αυτό το διάστημα, δηλαδή επί 540 έτη (368 π.Χ. - 176 μ.Χ.). Στηριζόμενοι στo διαπίστωση αυτή πολλοί ερευνητές θεωρούν ότι η πόλη θα πρέπει τελικά να εγκαταλείφθηκε και να ερήμωσε μέσα στα πρώτα Βυζαντινά χρόνια, αφού κρίνεται απίθανο να εγκαταλείφθηκε αμέσως μετά τoν Παυσανία.

Αλλά η πληρέστερη γνώση της ιστoρίας και τoυ πoλιτισμoύ πoυ ανέπτυξε η αρχαία πόλη εναπόκειται στις ανασκαφές και στην επιστημoνική έρευνα του μέλλοντος...


Πηγή:arcadia.ceid.upatras.gr/arkadia

Κάστρο Κυπαρισσίας

H θέα από το κάστρο Κυπαρισσίας είναι πραγματικά υπέροχη. Εδώ βλέπουμε μόνο ένα τμήμα του Θεάτρου που βρίσκεται μέσα σ' αυτό...
ή αλλιώς:

Το Κάστρο της Αρκαδιάς



Το Κάστρο της Αρκαδιάς είναι σήμερα το κόσμημα της πόλης της Κυπαρισσίας, αλλά και ολόκληρου του Δήμου. Λόγω της θέσης του, προσφέρει στον επισκέπτη μία ανεπανάληπτη θέα, όχι μόνο προς την πόλη, αλλά και προς όλη τη γύρω περιοχή. Είναι το μπαλκόνι της Κυπαρισσίας για να μπορεί κανείς να αγναντεύει και να χαίρεται την ομορφιά του τόπου. Σύγχρονοι μελετητές, με βάση το χτίσιμό του, αποφάνθηκαν ότι είναι φράγκικο χτίσμα, μιας και τέτοιου είδους χτίσματα εμφανίζονται μετά το 1205.

Κατά τη Μυθολογία, η Κυπαρισσία υπήρξε κτίσμα των «Γιγάντων» (προσωποποιήσεις των ορμών της θάλασσας), οι οποίοι φαίνεται πως έχτισαν και την ακρόπολή της στην οποία πυργώθηκε το κατοπινό βυζαντινοφράγκικο κάστρο της. Ένα κάστρο χτισμένο με πέτρες μήκους 4μ. και πλάτους 1,64μ., και άλλες μήκους 1,38μ. και πλάτους 1,80μ. οι οποίες (λόγω του μεγέθους τους) αποτελούν απόδειξη ότι χτίστηκε από τους Γίγαντες.

Γύρω στο 10ο με 11ο αιώνα, φαίνεται πως η Κυπαρισσία αλλάζει όνομα και γίνεται Αρκαδιά, από τους πολλούς Αρκάδες που αναγκάστηκαν στους δύσκολους καιρούς να αφήσουν την κακοτράχαλη γη τους. Από τότε και στο εξής το Κάστρο των Γιγάντων λέγεται Κάστρο της Αρκαδιάς. Το Κάστρο της Αρκαδιάς παίζει σπουδαίο ρόλο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας που ήρθαν μετά τις Σταυροφορίες των Δυτικών Ευρωπαίων. Πολλοί Φράγκοι σχεδίαζαν την κατάληψη κάποιων νησιών και κάποιων παράλιων περιοχών στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και το Κάστρο της Αρκαδιάς. Τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα, το κάστρο πέφτει στα χέρια των Φράγκων και παραμένει σε αυτούς για τους επόμενους 2 αιώνες.

Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, το φρούριο της Κυπαρισσίας ανακαινίζεται στα πλαίσια της οργανώσεως των παράκτιων περιοχών. Στις 4 γωνίες του φρουρίου χτίζονται προπύργια, ένας εκ των οποίων άντεξε στο πέρασμα των αιώνων και είναι ο πύργος της ανατολικής πλευράς, ο οποίος φέρει το όνομα «Πύργος του Ιουστινιανού».

Το 1432 στο Κάστρο αφεντεύουν οι Παλαιολόγοι και ξανακυματίζει η σημαία με τον βυζαντινό αετό έως το 1460 που η Αρκαδιά περνά στα χέρια των Τούρκων και 10.000 Αρκαδινοί υποχρεούνται να μετοικήσουν στα μικρασιάτικα παράλια. Ακολουθεί η περίοδος της πρώτης Τουρκοκρατίας, η οποία κρατά ως το 1685. Οι Τούρκοι οχυρώνονται στο κάστρο για να αντιμετωπίσουν Έλληνες και Ενετούς, αλλά η οχύρωση στα χρόνια αυτά δεν ήταν εντυπωσιακή, απλώς συμπληρωματική εκείνης των Φράγκων.

Από το 1685 ακολουθεί η περίοδος της ενετοκρατίας ως το 1715. Οι Ενετοί ξανάχτισαν τα γκρεμισμένα μέρη του κάστρου (πύργους και επάλξεις), τα οποία είχαν ανατινάξει οι Τούρκοι πριν το χάσουν, και του πρόσθεσαν και άλλες οχυρώσεις, αλλά δυστυχώς τα γκρέμισαν πριν ξαναπέσει στα χέρια των Τούρκων.

Το 1830 περίπου, μετά τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, το Κάστρο της Αρκαδιάς έπεσε στα χέρια των Ελλήνων.

Πηγή:site Δήμου Κυπαρισσίας.


Ναός του Επικούριου Απόλλωνα



Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα στις Βάσσες της Φιγάλειας είναι ένας από τους σπουδαιότερους και επιβλητικότερους της αρχαιότητας. Αφιερώθηκε από τους Φιγαλείς στον Απόλλωνα όταν τους βοήθησε να ξεπεράσουν μια επιδημία πανώλης. Ο ναός υψώνεται επιβλητικά στα 1.130 μέτρα, στο κέντρο της Πελοποννήσου, πάνω στα βουνά μεταξύ Ηλείας, Αρκαδίας και Μεσσηνίας και βρίσκεται 14 χλμ. νότια της Ανδρίτσαινας και 11 χλμ. βορειοανατολικά των Περιβολίων. Ο ναός ανεγέρθηκε το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. (420-410 π.Χ;) και αποδίδεται στον Ικτίνο, τον αρχιτέκτονα του Παρθενώνα. Το μνημείο αυτό με την πανανθρώπινη σημασία και συνάμα ένα από τα καλύτερα σωζόμενα της κλασικής αρχαιότητας ήταν το πρώτο στην Ελλάδα που περιλήφθηκε στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO το 1986. Τμήμα της ζωφόρου του ναού αποσπάστηκε το 1814 και εκτίθεται στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο.
Ο κλασικός ναός είναι θεμελιωμένος πάνω στο φυσικό βράχο του όρους Κωτιλίου σε ειδικά διαμορφωμένο γήπεδο. Η τοποθεσία του ναού ονομαζόταν στην αρχαιότητα Βάσσες (μικρές κοιλάδες) και φιλοξενούσε από τον 7ο αιώνα π.Χ. ιερό του Απόλλωνος Βασσίτα που είχαν ιδρύσει οι γειτονικοί Φιγαλείς, οι οποίοι λάτρευαν το θεό με την προσωνυμία Επικούριος δηλαδή βοηθός, συμπαραστάτης στον πόλεμο ή στην αρρώστια. Ο πρώτος ναός γνώρισε και μεταγενέστερες φάσεις, γύρω στο 600 και γύρω στο 500 π.Χ., από τις οποίες σώζονται πολυάριθμα αρχιτεκτονικά μέλη.
O αρχαίος περιηγητής Παυσανίας που τον επισκέφθηκε, θαμπώθηκε από την ομορφιά του και τον κατέταξε δεύτερο μετά της Τεγέας σε κάλλος και αρμονία. Ο ναός ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους κλασικούς ναούς της αρχαιότητας γιατί δεν εμφανίζει ανατολικομεσημβρινό προσανατολισμό αλλά είναι κατασκευασμένος με διεύθυνση από βορά προς νότο λόγω οικονομίας του χώρου ή για λατρευτικούς λόγους που συνδέονται με τις παραδόσεις των Αρκάδων μιας και άλλοι ναοί της περιοχής φέρουν ίδιο προσανατολισμό.

Ο ναός συνδυάζει αρχαϊκά, κλασικά και παραδοσιακά αρκαδικά χαρακτηριστικά. Έτσι προσφέρει ένα ελκυστικό μείγμα του παλιού και του νέου, του αγροτικού και του εκλεπτυσμένου. Η επιμήκης περίπτερη δομή (39,87x16,13 μέτρα) είναι κατασκευασμένη κυρίως από γκρίζο ασβεστόλιθο τοπικής προέλευσης. Η εξωτερική κιονοστοιχία του εξάστηλου ναού ακολουθεί έναν εξαιρετικά αυστηρό δωρικό ρυθμό (οι μετόπες δεν είναι λαξευμένες). Όμως στο εσωτερικό, έξοχης ποιότητας γλυπτική συνταιριάζεται με έναν πιο περίτεχνο αρχιτεκτονικό ρυθμό. Το εμπρόσθιο τμήμα του πρόναου και του οπισθόδομου με δύο κίονες εν παραστάσι (in antis) αναδιατυπώνουν το δωρικό ρυθμό. Χαρακτηρίζεται λοιπόν ως ναός δωρικός, δίστυλος εν παραστάσι περίπτερος. Αντιθέτως στον σηκό μια σειρά εντοιχισμένων ιωνικών κιόνων στέκονται απέναντι σε χαμηλούς τοίχους στήριξης. Στο νότιο τμήμα όπου βρίσκεται το άδυτο, οι δύο τελευταίοι ιωνικοί κίονες του σηκού στέκονται στο μακρινό άκρο λοξών τοίχων, ενώ ανάμεσά τους βρίσκεται ένας κορινθιακός κίονας, μόνος στο κέντρο του ναού. Το κιονόκρανο του κίονα αυτού αποτελεί «το αρχαιότερο σωζόμενο δείγμα και θεωρείται πρότυπο για όλα τα "Κορινθιακά" μνημεία του ελληνικού, ρωμαϊκού και μεταγενέστερων πολιτισμών». Η διακόσμηση είναι αξιοσημείωτη ειδικά λόγω των διαφορετικών υλικών που χρησιμοποιούνται: οι τοίχοι, οι βάσεις και οι κίονες είναι από ασβεστόλιθο, τα ιωνικά κιονόκρανα και το κορινθιακό κιονόκρανο είναι από μάρμαρο Δολιανών όπως και οι λαξευτές μετόπες της εξωτερικής ζωφόρου του κυρίως ναού, οι βάσεις της ιωνικής ζωφόρου στο εσωτερικό του τεμένους, τα ερείσματα και τα κεραμίδια της οροφης.
Η φωτογράφηση του Ναού παρουσιάζει δυσκολίες καθώς το σαθρό έδαφος στο οποίο είναι χτισμένος, οι ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή και το ασβεστολιθικό υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος, επέβαλαν τη μόνιμη κάλυψη του με στέγαστρο από το 1987. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του υπουργείου το στέγαστρο, το αντισεισμικό ικρίωμα και οι άλλες εγκαταστάσεις θα απομακρυνθούν μετά την ολοκλήρωση των απαραίτητων επεμβάσεων......

Πηγή: ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ  Οι Αρχαιολογικοί μας χώροι http://photorama.ning.com/group/Arxaiologikoixoroi/forum/topics/archaiologikohi-chhoroi-1

Μεθώνη

Τα κάστρα της Πελοποννήσου:

Μεθώνη



Το κάστρο της Μεθώνης αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα οχυρωματικά σύνολα του ελληνικού χώρου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα καστροπολιτείας καταλαμβάνει ολόκληρη την έκταση στα ΝΔ παράλια της Πελοποννήσου, με ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι, το οποίο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους αποτελούσε σταθμό στο δρόμο των προσκυνητών για τους Αγίους Τόπους και των εμπορικών πλοίων από τη Δύση στην Ανατολή. Η περίοδος ακμής του κάστρου τοποθετείται στην περίοδο της Α΄Ενετοκρατίας (13ος-15ος αι.)

Στην αρχαιότητα η Μεθώνη ήταν γνωστή με το όνομα Πήδασος. Ο Όμηρος την αναφέρει ως μία από τις επτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας προσέφερε στον Αχιλλέα για να κατευνάσει την οργή του και να τον πείσει να επιστέψει στη μάχη (Ιλιάδα , Ι 149-153). Ο Παυσανίας (Μεσσηνιακά ΙV , 35 , 1) και ο Στράβωνας (Γεωγραφικά 8 , 359-360) την ονομάζουν Μοθώνη και την ταυτίζουν με την ομηρική πόλη. Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Θουκυδίδη για τα ασθενή τείχη της οχυρωμένης πόλης τον 5ο αι., η μορφή και η έκταση της οποίας παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστη.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη κερδίζει την αυτονομία της από τον αυτοκράτορα Τραϊανό και ενισχύεται με καλύτερες οχυρώσεις. Ο Παυσανίας μάλιστα αναφέρει την ύπαρξη ναού της Αθηνάς Ανεμώτιδος και ιερού της Άρτεμης, ενώ από την πόλη σώζονται νομίσματα που απεικονίζουν το λιμάνι της. Κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο το λιμάνι της Μεθώνης γνωρίζει μεγάλη ακμή ως εμπορικό κέντρο και σταθμός ανεφοδιασμού των πλοίων. Κατά την μεσοβυζαντινή περίοδο μια σειρά από σφραγίδες που χρονολογούνται από τον 9ο ως τον 13ο αιώνα μας δίνουν πληροφορίες για τους κρατικούς και εκκλησιαστικούς λειτουργούς της πόλης.

Οι Ενετοί πρωτοεμφανίζονται στο ιστορικό σκηνικό κατά τον 11ο αιώνα, όταν αποκτούν προνόμια σχετικά με την ελεύθερη διακίνηση των εμπορευμάτων τους σε διάφορες πόλεις-λιμάνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας μεταξύ των οποίων και η Μεθώνη. Με την κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Φράγκους το 1204 (Δ΄Σταυροφορία) και η Μεθώνη θα δοκιμάσει την κυριαρχία τους. Η φραγκοκρατία θα διαρκέσει ως το 1206, οπότε η Μεθώνη καταλαμβάνεται από τους Ενετούς και με συνθήκη που υπεγράφη το 1209 εξασφαλίζεται η κυριαρχία τους στην πόλη.

Κατά την πρώτη Ενετική περίοδο η ζωή στη Μεθώνη οργανώθηκε σύμωνα με τα συμφέροντα της Βενετίας. Η πόλη οχυρώθηκε και αναπτύχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο αφού ορίζεται ως υποχρεωτικός σταθμός για όλα τα βενετικά πλοία που ταξίδευαν στην Ανατολική Μεσόγειο. Η ακμάζουσα αυτή περίοδος για την Μεθώνη λήγει τον Αύγουστο του έτους 1500 όταν, μετά από αιματηρή πολιορκία, καταλαμβάνεται από τους Οθωμανούς. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας θα διαρκέσει ως το 1686 όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τον Μοροζίνι και επανήλθε στην κατοχή των Βενετών. Το 1715 οι Οθωμανοί γίνονται για δεύτερη φορά κάτοχοι της Μεθώνης, ο πληθυσμός της οποίας αυξήθηκε καθώς και η εμπορική κίνηση στο λιμάνι.

Στην διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης το κάστρο της Μεθώνης δεν κατελήφθη από τους Έλληνες επαναστάτες, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που είχαν καταβάλλει, λόγω της σθεναρής αντίστασης του οχυρωμένου οθωμανικού πληθυσμού. Το 1825 αποβιβάστηκε στο λιμάνι της πόλης ο Ιμπραήμ και εγκαταστάθηκε εντός του κάστρου, το οποίο έγινε ορμητήριο των Αιγυπτίων κατά την διάρκεια της εκστρατείας τους στην Πελοπόννησο. Οι Αιγύπτιοι θα παραδοθούν αμαχητί το 1828 στο γαλλικό εκστρατευτικό σώμα του οποίου ηγείτο ο στρατηγός Μαιζών. Ο οικισμός τότε μεταφέρεται εκτός των τειχών, γίνεται το ρυμοτομικό σχέδιο πόλης ενώ το κάστρο που για αιώνες υπήρξε το κέντρο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης ερημώνεται.

Το λιμάνι και το κάστρο της Μεθώνης αποτέλεσαν για αιώνες έναν σπουδαίο γεωπολιτικό κόμβο για τους εκάστοτε κατόχους της, οικονομικό για τις εμπορικές συναλλαγές και συγκοινωνιακό για τους περιηγητές στη Μεσόγειο και τους προσκυνητές στους Αγίους Τόπους.

Συντάκτης
Ιωάννα Αγγελοπούλου, αρχαιολόγος